Μετά τον Μπέκετ και τις «Ευτυχισμένες μέρες» η Μαρία Παρασύρη πρωταγωνιστεί σε άλλο ένα έργο του παραλόγου την «Φαλακρή τραγουδίστρια»του Ευγένιου Ιονέσκο. Μας μίλησε για τις ιδιαιτερότητες που έχει αυτό το έργο,τον παραλογισμό που κρύβει ο άνθρωπος,αλλά και πόσο γρήγορα ξεχνάει μη μαθαίνοντας απ’τα λάθη του.

Πες μας λίγα λόγια για την παράσταση καθώς και για τον ρόλο που υποδύεσαι;
-Η παράσταση που σκηνοθέτησε η Σοφία Μαραθάκη, κρατάει και αναδεικνύει νομίζω τον ρυθμό, την τρέλα και την απόγνωση του Ιονέσκο.
Οι χαρακτήρες αποδίδονται με καρτουνίστικο τρόπο σχεδόν και ο λόγος στο μεγαλύτερο μέρος του δουλεύτηκε σαν παρτιτούρα.
Παίζω την κ. Μαρτέν η οποία δεν θυμάται, μοιάζει χαμένη και όταν μιλάει λέει κοινοτοπίες και μπούρδες με φοβερά επίσημο και σοβαρό ύφος. Η ίδια περιγραφή ταιριάζει σε όλα τα πρόσωπα του έργου.

Διάβασα ότι ο Ιονεσκο έγραψε αυτό το έργο ως πείραμα και έμεινε έκπληκτος από την αποδοχή. Που πιστεύεις ότι οφείλεται;
-Ο Ιονέσκο έγραψε αυτό το έργο σχεδόν άθελά του. Προσπαθώντας να μάθει αγγλικά αντέγραψε ολόκληρες φράσεις από το αλφαβητάριο του για να τις αποστηθίσει. Φράσεις όπως : »το ταβάνι είναι ψηλά,το παρκέ στα χαμηλά», (μεγάλη αλήθεια)΄τις εφτά ημέρες της εβδομάδας κ.α Ξαφνικά είδε να εμφανίζεται μπροστά του μια κατάσταση με έτοιμους διαλόγους που είχαν προκύψει από τα κλισέ και τις κοινοτοπίες των φράσεων αυτών, τις οποίες όσο προχωρά το έργο τις αποδομεί, καταλήγοντας να είναι στο τέλος ασύνδετα κομμάτια από λέξεις.
Έμεινε έκπληκτος όταν άκουσε το κοινό να γελάει με αυτό που ο ιδιος θεωρούσε αποτυχία της γλώσσας και τραγικό θέαμα της ανθρώπινης ζωής.


Είναι μία παράσταση για τις επιφανειακές σχέσεις των ανθρώπων καθώς και την έλλειψη συναισθημάτων;
-Ναι είναι για όλα αυτά.Είναι επίσης μια κριτική για τον αυτοματισμό της γλώσσας,για το ότι μιλάμε για να μην λέμε τίποτα, για να κρύψουμε το οτι δεν έχουμε κάτι προσωπικό να πούμε, για την ισοπέδωση της ατομικότητας και βέβαια για την γελοιότητα του μικροαστισμού.

Μετά τον Μπέκετ τώρα Ιονέσκο,υπάρχουν κοινά σημεία ανάμεσα στους δύο συγγραφείς;
-Είναι και οι δύο εκφραστές του θεάτρου του παραλόγου το οποίο γεννιέται στο τέλος του 2ου παγκοσμίου πολέμου όπου μετά το ασύλληπτο της ατομικής βόμβας και των στρατοπέδων συγκέντρωσης οι συγγραφείς χάνουν τελείως την πίστη τους στην δύναμη του ορθού λόγου. Υπάρχει στα έργα τους μια αίσθηση μεταφυσικού άγχους για το παράλογο της ανθρώπινης ύπαρξης. Παράλογο όχι με την έννοια που το χρησιμοποιούμε σήμερα δηλαδη του γελοίου, αλλά με την έννοια του άσκοπου.
Οι ήρωές τους μοιάζουν χαμένοι ,χωρίς πυξίδα σε έναν κόσμο που αδυνατούν να κατανοήσουν. Οι πράξεις τους δεν έχουν νόημα ,γίνονται άχρηστες και χωρίς σκοπό.Οι λέξεις αποτυγχάνουν .Δεν έχουν νόημα και περιεχόμενο.

Ζούμε πιστεύεις σε παράλογους καιρούς;
-Ναι. Και το μεγαλύτερο ερώτημα των καιρών που ζούμε είναι το αν θα καταφέρει να επιβιώσει το ανθρώπινο είδος στον πλανήτη μας, που πολύ γρήγορα αν δεν πάρουμε μέτρα θα μετατραπεί σε κόλαση..Οι επιστήμονες λένε ότι τα τελευταία 25 χρόνια έχουμε κάνει τόση ζημιά στον πλανήτη όση δεν είχαμε κάνει σε ολόκληρη την ανθρώπινη ιστορία πριν.
Και ζούμε σε τόσο παράλογους καιρούς που η φωνή της λογικής εδώ και πολύ καιρό είναι τα ΠΑΙΔΙΑ ΜΕ ΠΡΟΕΞΑΡΧΟΥΣΑ την Greta Thunberg το 16χρονο κορίτσι απο την Σουηδία που πρωτοστατεί στις κινητοποιήσεις κατά της κλιματικής αλλαγής και μας καλεί να πανικοβληθούμε και να αντιδράσουμε ΄όπως αν έπαιρνε φωτιά το σπίτι μας.

Του Γιάννη Βανταράκη