
Μ’ αυτή την πρόθεση ανεβαίνει ο Θοδωρής Σκυφτούλης ανεβαίνει στην σκηνή ξέροντας όμως ότι δεν θα συμβεί αλλά χρειαζόμαστε αυτή την ουτοπία για να μπορέσουμε να ζήσουμε.. ο Θοδωρής μου μίλησε για την παράσταση “Άνθρωποι και ποντίκια” σε σκηνοθεσία Βασίλη Μπισμπίκη που συμμετέχει τώρα, την συνεργασία τους, τις ομοιότητες της παράστασης με το τώρα που ζούμε αλλά και την ωραιοποιημένη ζωή που θέλει να βλέπει ο θεατής μην θέλοντας να ξεβολευτεί..
1) Πώς νιώθεις που είσαι μέλος αυτής της παράστασης που ανεβαίνει ξανά και μετά την επιτυχία που είχε;
– Με τον Βασίλη και την ομάδα του Cartel είχαμε ξανασυνεργαστεί όταν κάναμε το “Έγκλημα και τιμωρία” και ήταν μία συνθήκη που ήταν πολύ κοντινή σ’ εμένα και ως διαδικασία και ως στάση στα πράγματα στο θέατρο και πώς προσεγγίζουν κάθε θέμα της παράστασης. Οπότε μόνο χαρά υπήρχε και προσμονή. Θεωρώ τον εαυτό μου τυχερό που δεν είχε δει την παράσταση γιατί δημιούργησε ένα χαρακτήρα εξ’ αρχής και νομίζω ότι το αποτέλεσμα ασχέτως που είναι ακόμα νωρίς είναι πολύ κοντά και στην αισθητική της παράστασης, αλλά και στην προσωπική μου αισθητική και τέλος του Βασίλη με τον τρόπο που προσεγγίζει τα πράγματα.
2) Εκτός από τον Βασίλη συνεργάζεσαι τακτικά και με την Λένα Κιτσοπούλου πόσο σύμφωνο σε βρίσκει αυτός ο ωμός ρεαλισμός σε κλασσικά ή μη έργα;
– Είναι ο μόνος τρόπος αλήθειας πάνω στην σκηνή για εμένα. Το να προσεγγίζεις τα κείμενα ή τις καταστάσεις ή τις ιστορίες όσο πιο κοντά στην πραγματικότητα τόσο πιο ενδιαφέρον γίνεται και τόσο πιο πολύ ζωτικής σημασίας είναι για τον καλλιτέχνη και για τον σκηνοθέτη και για τον συγγραφέα. Το θέατρο στην Ελλάδα είναι τόσο πίσω που όλα αυτά που συμβαίνουν πάνω στην σκηνή είτε στις παραστάσεις του Βασίλη και πολύ παραπάνω της Λένας θεωρούνται κάτι το εξωτικό. Ότι μας παρουσιάζουν κάτι που εμείς δεν μπορούμε να καταλάβουμε ενώ το ζούμε στην καθημερινότητα μας με πολύ βίαιο και βάρβαρο τρόπο. Απλά επειδή το θέατρο είναι καθρέφτης ο θεατής δεν το δέχεται και του φαίνεται διογκωμένο και υπερβολικό. Δυστυχώς ζούμε σε μία χώρα βαθιά συντηρητική που αυτό που σου λέει είναι μην κάνεις θέατρο ή κάνε πηγαίνοντας με τα νερά και παρουσιάζοντας μου μία ωραιοποιημένη κατάσταση της ζωής μου.
3) Θα ήθελες να μου μιλήσεις για την συνεργασία σου με τον Βασίλη;
– Με τον Βασίλη έχουμε έναν κοινό κώδικα στο πώς βλέπουμε τα πράγματα. Εκείνος έχει έναν άξονα έντονου ρεαλισμού, εγώ μία πιο τραβηγμένη κατάσταση στην σκηνή που μου αρέσει γιατί θεωρώ ότι φανερώνει μ’ έναν ανάποδο τρόπο τα πράγματα και κάπως αλληλοσυμπληρώνει ο ένας τον άλλο και στην σκηνή και στην σκέψη για το πώς προσεγγίζεις είτε τον ρόλο, είτε την παράσταση, είτε μία σκηνή. Δεν χρειάστηκε να πούμε πολλά γιατί υπάρχει μία κοινή πορεία ζωής, έχουμε κοινά χαρακτηριστικά, έχει ζήσει έντονα το ίδιο και εγώ και όλα αυτά σε ενώνουν με κάποιο τρόπο χωρίς να αναγκαστείς να πεις πολλά.
4) Έχεις νιώσει ποτέ σου πολίτης δεύτερης κατηγορίας;
– Είναι ένα έργο που μιλάει για έναν κόσμο σε κατάσταση εξαίρεσης. Αυτούς τους ανθρώπους εμείς δεν τους βλέπουμε ή αν τους δούμε θα είναι σε κάποιο δελτίο ειδήσεων είτε στην Μανωλάδα που βλέπεις εκατό κρεβάτια μέσα σ’ έναν στάβλο, αυτοί πραγματικά είναι πολίτες που δεν τους αναγνωρίζει κανείς. Το μόνο που τους αναγνωρίζει είναι το μαύρο μεροκάματο που βγάζουν είτε πρόκειται για έναν πρόσφυγα, είτε μετανάστη, είτε είναι ένας βιοπαλαιστής που κακότυχε. Αλλά είναι ένα έργο τόσο σύγχρονο γιατί πρόκειται για ένα έργο δυτικό. Μιλάει για την δύση και την αγριότητα του καπιταλισμού, της εργασίας, των σχέσεων ανάμεσα στους ανθρώπους μ’ εναν πολύ δυνατό και βαθύ τρόπο.
5) Σ’ αυτόν τον καπιταλιστικό κόσμο που ζούμε υπάρχει χώρος για τρυφερότητα, αληθινές σχέσεις, φιλία;
– Νομίζω ότι είναι το μόνο που τους κρατάει. Η τρυφερότητα, η αγάπη, η συγκίνηση μεταξύ τους, πρόκειται για μία σχέση πανανθρώπινη. Μία σχέση αρχαίας τραγωδίας θα έλεγα. Γιατί πραγματικά δεν έχουν από που να κρατηθούν. Αυτοί οι δύο τύποι μπορεί να βρεθούν οπουδήποτε και να είναι εκεί ο ένας για τον άλλο. Ο άξονας της παράστασης επισημαίνει την ανάγκη του ανθρώπου να κρατηθεί από κάποιον άλλο όπως το ίδιο συμβαίνει και στην ίδια μας την κοινωνία.
6) Όχι πολύ μακριά από την χώρα μας λαμβάνουν χώρα δύο πόλεμοι, θα παρομοίαζες την κατάσταση εκεί με τον τίτλο του έργου;
– Σίγουρα γιατί βλέπουμε μία κοινωνία η οποία είναι αυτή που θα την πληρώσει στο τέλος. Η Χαμάς έκανε την αρχή και το Ισραήλ με τον τρόπο του δημιούργησε μία γενοκτονία. Καταλαβαίνουμε λοιπόν με αυτά τα δύο γεγονότα ότι πάντα οι άνθρωποι είναι αυτοί που θα την πληρώσουν.
7) Σ’ έναν κόσμο που αλλάζει τόσο γρήγορα τί θες να κρατήσεις original;
– Αυτό που κρατάω είναι αυτό που νιώθω κάθε φορά που ξεκινάω μία παράσταση ή μία πρόβα. Ότι ανεβαίνοντας στην σκηνή πιστεύω ότι θα αλλάξω τον κόσμο μ’ αυτό που θα συμβεί και προσπαθώ να το κάνω και στην καθημερινότητα μου αυτό. Οπότε η συνεχής διαδικασία του ανθρώπου να είναι σε ετοιμότητα για εξέγερση για να αλλάξει τον κόσμο γιατί αρκεί μία στιγμή. Αυτό για εμένα είναι μεγάλο βίωμα και ζωτικής σημασίας. Θεωρώ ότι κάθε φορά που ανεβαίνω στην σκηνή θ’ αλλάξω τον κόσμο, δεν θα τον αλλάξω αλλά η πρόθεση μου είναι αυτή αλλιώς δεν μπορώ ν’ ανέβω στην σκηνή. Χρειαζόμαστε μία ουτοπία για να προχωρήσουμε
Του Γιάννη Βανταράκη

















