Η Πηνελόπη Τσιλίκα αυτό το διάστημα πρωταγωνιστεί στη νέα παραγωγή της dijouχ de Kant «Τα δάση στα γόνατα σε σκηνοθεσία του Γιάννη Σκουρλέτη. Το έργο είναι γραμμένο απ’τον Άκη Δήμου βασισμένο στον Παλαιό των Ημερών του Παύλου Μάτεσι. Συναντηθηκαμε και μιλήσαμε για το ρόλο της Ελένης την οποία υποδύεται,το θέμα της πίστης στη ζωή του ανθρώπου αλλά και πόσο την ενδιαφέρει να καταπιάνεται με νέους ρόλους και κόσμους.

Μίλησε μου για την παράσταση καθώς και για τον ρόλο τον οποίο υποδύεσαι;
-Τα Δάση στα Γόνατα είναι μία παράσταση της bijoux de kant σε σκηνοθεσία του Γιάννη Σκουρλέτη, το θεατρικό έργο το έγραψε ο Άκης Δήμου βασισμένος στον Παλαιό των Ημερών του Παύλου Μάτεσι. Ο ρόλος που υποδύομαι εγώ είναι η Ελένη, μία γυναίκα που στα εφτά της χρόνια, ανήμερα της γιορτής της Κων/νου και Ελένης, στα Αναστενάρια, μπήκε στα κάρβουνα και κάηκε -κι έμεινε κουτσή από το ένα πόδι. Παντρεύτηκε τον άντρα της από προξενιό, έπιασε από το πρώτο βράδυ παιδί και μετά από αυτό το βράδυ κοιμούνται χωριστά. Η Ελένη είναι μία γυναίκα αγράμματη, με τρομερή ανάγκη στο σώμα της, φέρει ένα τραύμα αλλά ταυτόχρονα έχει πίστη, συγχωρεί τους ανθρώπους και αυτό την κάνει ιδιαίτερη, με την έννοια ότι όταν συγχωρείς, μπορείς και να γιατρεύεσαι. Γι’αυτό και εκείνη γιατρεύεται, γι’ αυτό και περπατάει και γι’ αυτό πετάει.

Πες μου γι’αυτήν την αίσθηση τελετουργικού που υπάρχει στη σκηνή;
-Αυτό είναι κάτι που το ήθελε ο Γιάννης από την αρχή, και παρότι δοκιμάσαμε και άλλες αισθήσεις καταλήξαμε εκεί. Στο έργο υπάρχουν κάποια στοιχεία τα οποία συνομιλούν μεταξύ τους, το βαθιά ανθρώπινο και χωμάτινο με το θεολογικό, και η θεολογία στο έργο είναι σύνθετη, εκκινεί από τον ορθόδοξο χριστιανισμό αλλά κρατάει και το βλέμμα στραμμένο στην αρχαία θρησκεία, στις λαϊκές δοξασίες και τον παγανισμό. Ο Γιάννης ήθελε αυτά τα στοιχεία να συνυπάρξουν σε μία παράσταση – λειτουργία, για τους ανθρώπους που μένουν σε ένα περιθώριο, για τον απαγορευμένο έρωτα, για το τί είναι «αγιότητα» και τί «αμαρτία» και πως αυτά τα δύο υπάρχουν πολύ κοντά το ένα στο άλλο.

Πόσο δύσκολο ήταν να μεταφερθεί στο σανίδι του συγγραφέα;
-Ο Άκης Δήμου πήρε το βιβλίο του Μάτεσι και έκανε μια ελεύθερη μεταγραφή. Κράτησε τη βασική πλοκή και ταυτόχρονα πρόσθεσε ένα χαρακτήρα, τον θεατρίνο Τιμολέοντα, ο οποίος δεν υπάρχει στο βιβλίο. Είναι ένας ήρωας που τον δημιούργησε ο Δήμου και αυτό είναι σημαντικό, ο θεατρίνος είναι ένας επισκέπτης, που μπαίνει στην ιστορία, τη συντροφεύει και την κινεί ταυτόχρονα.

Τί είναι αυτό που σε γοητεύει στην παράσταση;
-Ήθελα από καιρό να δουλέψω με τον Γιάννη, οι δουλειές της ομάδας μου άρεσαν και με συγκινούσαν από παλιά. Αυτό που ήξερα από τη στιγμή που διάβασα το κείμενο και μίλησα με τον Γιάννη, ήταν ότι θα μας προσέφερε τον χώρο και τα υλικά για να συνομιλήσουμε μεταξύ μας και με το έργο με ουσιαστικό τρόπο. Μόνο τον χώρο να έβλεπες που έχει φτιάξει με τον Κωνσταντίνο, θα καταλάβαινες πολλά. Δεν κάναμε πολλή πρόβα, αλλά κάναμε πρόβα ουσιαστική και ανοιχτή. Και νομίζω τελικά ότι ο καθένας μας στην παράσταση συνομιλεί προσωπικά με το έργο, και είναι όμορφο να βλέπεις και να ακούς τους συμπαίκτες σου να διαπραγματεύονται και να καταθέτουν κάτι.

Υπάρχουν ομοιότητες ανάμεσα στους 4 ήρωες;
-Είναι 4 διαφορετικοί άνθρωποι αλλά έχουν και κοινά στοιχεία μεταξύ τους. Το πρώτο και κύριο είναι ότι και οι 4 είναι αποκλεισμένοι απ’ τον υπόλοιπο κόσμο, ζούνε σε μια επαρχία πεταμένη, και κανείς από τον έξω κόσμο δεν ενδιαφέρεται για το τι θα συμβεί σ’ αυτό το περιθώριο, κι εκεί που δεν υπάρχει Θεός, δεν υπάρχει Κράτος, δεν υπάρχει Πατέρας, εκεί, διανοίγονται άπειρες πιθανότητες, ας πούμε για το χειρότερο έγκλημα αλλά και για το θαύμα.

Τα 2 τελευταία χρόνια έχεις παίξει σε 4 διαφορετικοί είδους έργα,σου αρέσει να δοκιμάζεις καινούργια πράγματα;
-Ναι αυτό είναι κάτι που μ’ενδιαφέρει, να συνδιαλεγόμαστε με τον κόσμο με αφορμή το εκάστοτε κείμενο και την κάθε συνάντηση με τους συνεργάτες, και κάθε φορά που καταπιανόμαστε με κάτι, να προσφέρεται στον καθένα μια άλλη οπτική πάνω στα πράγματα, κι αυτή η άλλη οπτική να μην σκορπίζει το βλέμμα, αλλά να το βαθαίνει. Για εμένα δεν έχει κανένα ενδιαφέρον να κάνει κανείς τα ίδια και τα ίδια και να επιβεβαιώνει συνέχεια μία συγκεκριμένη ιδιότητα, αυτό δεν είναι η δουλειά μας και δεν είναι η τέχνη μας, είναι κάτι άλλο.

Ένα καλό και ένα κακό του Ελληνικού θεάτρου;
-Είναι καλό που βλέπω ότι υπάρχουν άνθρωποι που δουλεύουν δυναμικά και δημιουργικά σε όλα τα πόστα, είτε αυτό είναι του σκηνοθέτη, είτε του ηθοποιού, είτε του ενδυματολόγου. Για εμένα προβληματικό είναι ότι συμβαίνουν τόσο πολλές παραστάσεις, νομίζω ότι αυτό δε συνεπάγεται απαραίτητα και άνθιση.

Η σχέση σου με τη μουσική. Σ’εχουμε δει να συμμετέχεις σε αρκετά video-clip;
-Tην αγαπώ πολύ, θεωρώ ότι η μουσική έχει κάτι που το ζηλεύει το θέατρο, εισχωρεί στον ακροατή με έναν τρόπο απλό και αδιαπραγμάτευτο, και ο ακροατής έχει μια σχέση ζωντανή μαζί της, εισχωρεί κι αυτός και νοηματοδοτεί. Και τα video-clip μου αρέσουν σαν τρόπος αφήγησης, σαν τρόπος κινηματογράφου. Δηλαδή ότι σ’αυτά τα πχ 4 λεπτά πρέπει να πεις μία ιστορία, το θεωρώ προκλητικό και δημιουργικό.

Θα ήθελες να μου πεις λίγα πράγματα για την νέα ταινία που συμμετέχεις;
-Τα τελευταία γυρίσματα που έκανα ήταν για μία μεγάλου μήκους ταινία της Τζάνις Ραφαηλίδου, το ΚΑΛ-Α-ΖΑΡ, και είναι δύσκολο να εκφράσω τί είναι αυτή η ταινία ακριβώς, ας πούμε ότι είναι ένα road-trip στις παρυφές της πόλης. Παίζω μια κοπέλα που με το φίλο της είναι νεκροθάφτες ζώων, πηγαίνουν σε σπίτια όπου έχουν πεθάνει τα κατοικίδια τους, τα παραλαμβάνουν, τα αποτεφρώνουν, και επιστρέφουν την τέφρα τους. Η ταινία έχει τρεις πυλώνες αφήγησης: το ζευγάρι (παίζουμε μαζί με τον Δημήτρη Λάλο), τους γονείς της κοπέλας και κάποιους μετανάστες που δουλεύουν σ’ένα εργοστάσιο εκτροφής πουλερικών.

Αν δεν ήσουν ηθοποιός;
-Δεν ξέρω τι θα ήμουν. Όταν ήμουν στο 2ο έτος της Νομικής διάλεξα να δοκιμάσω άλλα πράγματα, και πέρασα στη δραματική σχολή. Δεν θεωρώ όμως ότι καθένας λέει τώρα είμαι «αυτό» και πάει τελείωσε, η ζωή φέρνει ανατροπές, κι εμείς μαζί της.

Του Γιάννη Βανταράκη