Ο Ανδρέας Κοντόπουλος αυτό το καιρό υποδύεται τον Ιάγο στην παράσταση «Οθέλλος» του Σαίξπηρ από την Ομάδα Kursk σε σκηνοθεσία Χάρη Φραγκούλη. Μιλήσαμε για τον ήρωα που υποδύεται που φαινομενικά μοιάζει να είναι ο κακός της υπόθεσης αλλά βαθιά μέσα του είναι ένας πληγωμένος και τραυματισμένος ψυχικά χαρακτήρας

Μοιάζει να είναι ο Ιάγος εκείνος που κινεί τα νήματα γύρω απ’την υπόθεση του έργου και να καθοδηγεί τους ήρωες;
-Σίγουρα είναι αυτός ο οποίος δίνει τον τόνο του όλου έργου και το τι πρόκειται να ακολουθήσει. Δεν είναι όμως ακριβώς παρεμβατικός απλώς ο Ιάγος βλέπει τις «τρύπες» των ανθρώπων και των καταστάσεων που ανοίγονται μπροστά του και τις διευρύνει τις τροφοδοτεί. Είναι ένας χαρακτήρας που πατάει στις αδυναμίες των άλλων.


Ενώ ο Οθέλλος είναι μία πολύ έντονη προσωπικότητα,πως καταφέρνει ο Ιάγος και τον κάνει υποχείριο του;
-Πατάει ακριβώς στη φύση του Οθέλλου που όπως και όλα τα πρόσωπα του έργου είναι πρόσωπα παράφορα με την έννοια ότι κάτι εσωτερικό τους πιέζει,κάτι αναζητούν που και οι ίδιοι δεν ξέρουν τί είναι αυτό. Ο Οθέλλος μοιάζει να παγιδεύεται στον έρωτα του με τη Δυσδαιμόνα και ένα παράδειγμα βλέπουμε στην πρώτη σκηνή όπου συναντιούνται στην Κύπρο αλλά και σε άλλες σκηνές. Είναι ένας χαρακτήρας με πολύ πάθος και αυτό είναι που τον φέρνει σε καταστάσεις που ούτε και ο ίδιος αντέχει. Αυτό είναι το σημείο που πατάει ο Ιάγος


Κρύβουμε πιστεύεις όλοι μέσα μας έναν Ιαγο;
-Σίγουρα. Ο Ιαγος αν και είναι ένα πρόσωπο το οποίο φθονεί το βασικό του πρόβλημα είναι ότι δεν μπορεί να αφομοιωθεί με την πληρότητα που αφομοιώνονται τα υπόλοιπα πρόσωπα. Απ’τα κίνητρα τους ή από τα συναισθήματα τους:πχ ο Οθέλλος αφομοιώνεται πλήρως από τον έρωτα του για τη Δυσδαιμόνα και το αντίστροφο,ο Κάσσιος απ’το αίσθημα του αξιώματος. Δηλαδή υπηρετούν κάτι το οποίο είναι σχεδόν μονοσήμαντο,σε αντίθεση με τον Ιάγο ο οποίος συνέχεια διερωτάται προσπαθώντας με κάποιο τρόπο να ανακαλύψει το μηχανισμό της ζωής.


Ποια συναισθήματα θέλει να φέρει στην επιφάνεια η παράσταση;
-Την ανθρωπιά. Πως φτιάχνεις ένα χώρο τον ανοίγεις και κει οι άνθρωποι μπορούν να περπατήσουν,ν’ αναπνεύσουν,ν’αγγίξουν ως άνθρωποι και όχι ως υποκείμενα μιας ιδεοληψίας ή μιας ερμηνείας της ανθρωπότητας ή και του ίδιου του έργου. Αυτό είναι μία βάση της δουλειάς που κάνουμε με την ομάδα γι’αυτό δεν επιδιώκει να καθοδηγήσει κάπου τον θεατή.


Υπάρχει μία φράση στην παράσταση «όλοι θέλουν να είναι οι άλλοι» θα ήθελες να μου τη σχολιάσεις;
-Είναι νομίζω μία πολύ βασική λειτουργία του ανθρώπου προκειμένου ν’αφαιρεθεί από το βάρος της ύπαρξης του και πάντα θέλει να είναι κάποιος άλλος. Είτε ένα πρόσωπο υπαρκτό είτε ένα πρόσωπο φαντασιακό δικό του. Αυτό συνήθως το κάνει για να αποφύγει μία υπαρξιακή σύγκρουση με την ίδια του τη φύση η οποία πιθανώς έχει κενα.


Συνυπάρχουν πιστεύεις στην παράσταση ο άνθρωπος και το τέρας;
-Ναι φυσικά αν και εμείς στην περίπτωση του Ιάγου τον βλέπουμε από την σκοπιά του ανθρώπου ο οποίος είναι τραυματισμένος-πληγωμένος και γίνεται ένα τέρας μέσα από τις ίδιες του τις πράξεις.


Βιώνουν τις ζωές τους στ’ακρα οι ήρωες του Σαίξπηρ;
-Νομίζω ότι ούτε και οι ίδιοι γνωρίζουν ποια είναι τα περιθώρια-οριο της κάθε ύπαρξης. Επομένως μη γνωρίζοντας τα και εκείνοι το φτάνουν μέχρι εκεί που μπορούν να καταλάβουν. Φυσικά αυτό εξαρτάται και από τους καιρούς στους οποίους ζούμε.


Πώς νιώθεις που δουλεύεις με ανθρώπους που γνωρίζεις αρκετά χρόνια και είστε φίλοι;
-Αυτά τα πρόσωπα ένα προς ένα είναι πολύ σημαντικά για τη ζωή μου.Το ωραίο σ’αυτή τη υπόθεση είναι ότι δεν είμαστε φίλοι μόνο για το ότι θα πάμε διακοπές μαζί ή θα βγούμε για ποτό,αλλά η συνύπαρξη μας στη σκηνή αυτό είναι πολύ συγκινητικό για εμένα και αυτό φαίνεται σε βάθος χρόνου.


Υπάρχει κάποια φράση μέσα στο έργο η οποία σε συγκινεί;
-Είναι μία φράση που λέει ο Οθέλλος στη Δυσδαιμόνα «είσαι τόσο πανέμορφη λευκή και μυρίζεις τόσο υπέροχα που κάνεις τις αισθήσεις μου να πονούν μακάρι να μην είχες γεννηθεί ποτέ». Αυτό αποδεικνύει ότι ο Οθέλλος ο τόσο δυνατός πολεμιστής βρίσκει κάτι τόσο γλυκό και μαλακό που του τρυπάει τις αισθήσεις και του είναι ανυπόφορο. Συνυπάρχουν μαζί η ευδαιμονία με το ανυπόφορο στο μυαλό του.

Του Γιάννη Βανταράκη