Η φράση που συγκινεί περισσότερο τον Γιώργο Κάτση στο έργο που σκηνοθετεί Λεόντιος και Λένα είναι το «Αχ Μπυχνερ»και ο λόγος είναι το συναισθηματικό εύρος το οποίο περιέχει. Συναντήθηκαμε με τον Γιώργο και μιλήσαμε για την παράσταση και πως ο λόγος του Μπύχνερ καταφέρνει να σε παρασύρει στην ποίηση το σκοτάδι αλλά συγχρόνως και στη ζωή.

1)Γιατί διάλεξες να σκηνοθετήσεις το συγκεκριμένο έργο τη δεδομένη χρονική στιγμή και τί είναι αυτό που σε γοητεύει στον Μπύχνερ;
-Δεν έχει πολύ σημασία η χρονολογική στιγμή. Γενικά ο Μπύχνερ είναι απ’τους αγαπημένους συγγραφείς από τότε που ήμουν στη σχολή και άρχισα να διαβάζω. Ο Μπυχνερ είναι μία τεράστια προσωπικότητα εμπεριέχει μέσα στα έργα του πολύ ποίηση,τρέλα,σκοτάδι,έρωτα,πολιτική. Αυτό που μου έκανε μεγάλη εντύπωση είναι σε πόσο μεγάλο βαθμό αισθάνεται και μιλάει γι’ αυτά τα πράγματα που πλέον οι σύγχρονοι άνθρωποι δεν αισθάνονται αλλά και ούτε μιλάνε έτσι. Το Λεόντιος και Λένα είναι θα έλεγα και λίγο ιντριγκαδορικο γιατί φαινομενικά πάντα δεν είναι τόσο σκοτεινό όσο τ’ άλλα έργα του. Αλλά σε δεύτερη ανάγνωση θα δεις ότι με τα ίδια πράγματα που αναμετριέται στο Βούτσεκ με τα ίδια αναμετριέται και εδώ απλά σ’ένα άλλο πλαίσιο.


2)Μίλησε μας για το στοιχείo της εξαπάτησης που επικρατεί ανάμεσα στον Λεόντιο και τη Λένα;
-Αυτό είναι ένα απ’τα κωμικά στοιχεία του έργου. Υπάρχει το στοιχείο της ψευδαίσθησης στους ήρωες ότι μπορούν να ξεφύγουν απ’το προδιαγεγραμμένο και η μοίρα τους αποδεικνύει ότι αυτό δεν μπορεί να συμβεί. Υπάρχει μία τεράστια διαφορά απ’τις προσδοκίες που έχουμε και από το πως έρχονται στην πορεία τα πράγματα. Αυτό είναι κάτι που ο άνθρωπος ποτέ δεν συμβιβάστηκε. Το να προσδοκάς δηλαδή για κάτι το οποίο ποτέ δεν θα καταφέρεις να είναι όπως το φαντάστηκες στο μυαλό σου γιατί πάντα θα υπάρχει μία απόσταση.


3)Πιστεύεις ότι ο άνθρωπος είναι παραδομένος στη μοίρα του και όσο και αν προσπαθεί δεν μπορεί να την αλλάξει;
-Πιστεύω σίγουρα ότι υπάρχουν άνθρωποι που προσπαθούν να χαράξουν τον δικό τους δρόμο. Η προσωπική πορεία λοιπόν να χαράξεις κάποια δικά σου πράγματα,αυτός που καταλαβαίνει τι σημαίνει χαράζω μόνος μου και παίρνω τη μοίρα στα χέρια μου είναι αυτός που δεν περιμένει τίποτα απ’τη μοίρα. Οτιδήποτε γίνεται «για να» κάτι που οι άνθρωποι το κάνουν πολύ συχνά είτε αυτό είναι η δουλειά τους,είτε ο τρόπος που ερωτεύονται,είτε οι ανθρώπινες σχέσεις τις οποίες ανθρώπινες σχέσεις διατηρούμε γιατί περιμένουμε κάποιο αντάλλαγμα, αυτό συνεπάγεται στο θάνατο της ανθρώπινης επικοινωνίας. Επομένως όσο και να σχεδιάζεις τα πράγματα η μοίρα θα σε διαψεύσει.


4) Σε μία πρώτη ανάγνωση θα πει κάποιος ότι ο Λεόντιος και η Λένα είναι ένα ρομαντικό παραμύθι.Τι είναι αυτό που κάνει ο Μπυχνερ και στη συνέχεια δεν παρουσιάζεται έτσι;
-Το κείμενο για μένα απ’την πρώτη ανάγνωση δεν είναι ρομαντικό παραμύθι. Το ότι ο Λεόντιος και η Λένα είναι πριγκιπόπουλα στο έργο δεν σημαίνει κάτι. Διαφωνώ με τη λέξη παραμύθι θεωρώ ότι απ’την αρχή μέχρι το τέλος είναι βαθιά υπαρξιακό κείμενο με πολύ σκληρή ποιητική γλώσσα. Η γλώσσα του Μπύχνερ δεν εμπεριέχει ρομαντισμό.


5)Θέλει μ’αυτό το έργο ο Μπύχνερ να σαρκαστεί με τ’ανθρώπινα πάθη;
-Δε νομίζω ότι σαρκάζεται ότι γελάει αντιθέτως νομίζω ότι είναι δίπλα σ’ αυτούς τους ανθρώπους. Δεν πιστεύω ότι έχει καμία τάση να σαρκαστεί. Ένας άνθρωπος με τέτοιο πυρετώδη συναισθηματικό πλούτο ένας άνθρωπος ο οποίος πέθανε από τύφο. Θεωρώ ότι το πνεύμα του δεν μπορούσε να χωρέσει σε σάρκα, κόκαλα και αίμα. Αυτό το εύρος συναισθηματισμού δεν θα μπορούσε να σαρκαστεί αντιθέτως συμμερίζεται τον πόνο τους την πλήξη το σκοτάδι τους. Ο Μπύχνερ είναι στα κείμενα του.


6)Πώς αποφάσισες να ασχοληθείς συγχρόνως και με την σκηνοθεσία;
-Είναι μία λατρεία για το σύνολο ενός κειμένου αντί για την ατομική βουτιά σ’ένα ρόλο. Έχει μία διαφορετική έκταση. Ο ηθοποιός έχει αναμετρηθεί με τα λόγια του ενώ ο σκηνοθέτης μ’ένα ολόκληρο κείμενο. Συγχρόνως είμαστε μία ομάδα που μοιράζεται μαζί το σκοτάδι και το φως.


Υπάρχει κάποια φράση στο έργο που να σε αντιπροσωπεύει;
-Δεν ξέρω ποια φράση με αντιπροσωπεύει για να σου απαντήσω σ’αυτό πρέπει να ισχυριστώ ότι ξέρω ποιος άνθρωπος είμαι και’γω δεν ξέρω να σου πω την αλήθεια. Και όποιος ισχυρίζεται ότι ξέρει ποιος είναι πιστεύω ότι κάνει μία πολύ μεγάλη υπόθεση,οι άνθρωποι που είναι βέβαιοι ότι ξέρουν ποιοι είναι τους κοιτάζω με μεγάλη αμφισβήτηση. Αν κάτι με συγκινεί και με μετακινεί σαν άνθρωπο είναι τα «αχ» που ακούγονται απ’τους ήρωες τα οποία εμπεριέχουν ένα συναισθηματικό φάσμα ένα φαντασιακό κύμα το οποίο με συγκινεί πολύ.

Του Γιάννη Βανταράκη