Λίγες μέρες πριν από την πρεμιέρα του θεατρικού έργου «Ευτυχισμένες μέρες» του Σάμουελ Μπέκετ συναντήσαμε τον σκηνοθέτη της παράστασης Θανάση Δοβρη,και μιλήσαμε για αυτό το νέο σκηνοθετικό του εγχείρημα,την συνεργασία του με την Μαρία Παρασύρη και Κώστα Κουτσολέλο αλλά και πόσο σημαντικός- προφητικός φαίνεται ο Μπέκετ ακόμα και στις όχι και τόσο ευτυχισμένες μέρες που ζούμε

Μίλησε μας για την νέα σκηνοθετική σου δουλειά;
-Δεν έχεις πολλά να πεις όταν ασχολείσαι με τον Μπέκετ,μόνο λίγο φόβος σε πιάνει για να μπορέσεις εστω και λίγο να πλησιάσεις το βάθος του έργου του και να καταφέρεις να το μοιραστείς συγχρόνως με τους ανθρώπους. Η χαρά μου εμένα είναι που μετά από τρία χρόνια επιστρέφω στο Skrow που για εμένα είναι ένας πολύ οικείος χώρος και επίσης συναντιέμαι με δύο ανθρώπους την Μαρία Παρασύρη και τον Κώστα Κουτσολέλο, που είναι δύο ηθοποιοί που με συγκινούν βαθύτατα. Το να τους βλέπω πάνω στην σκηνή ν’ αντιμετωπίζουνε με ειλικρίνεια ένα τέτοιο κείμενο είναι για εμένα ανάσα.



Γιατί Μπέκετ αυτή την φορά τί είναι αυτό που σε γοήτευσε;
-Όταν συζητήσαμε με τους ανθρώπους του θεάτρου για να κάνω κάτι σκέφτηκα πως είναι ο χώρος-σκηνή αρχικά. Έτσι γνωρίζοντας το συγκεκριμένο θέατρο, σκέφτηκα ποιο κείμενο θα ήθελα να δοκιμάσω εκεί, έτσι κατέληξα στις «Ευτυχισμένες μέρες»που είναι ένα έργο το οποίο αγαπώ πολύ, έχω ασχοληθεί και στο παρελθόν μαζί του και ήταν και μία ευκαιρία να »διαβάσω» καλύτερα τον Μπέκετ. Διαβάζοντας τον, λίγο φοβισμένος, έμεινα άφωνος με το πόσο ευαίσθητος και ανθρώπινος είναι αυτός ο συγγραφέας. Παρ όλο που ζούμε σε καιρούς επαναδιαπραγμάτευσης κάποιων πραγμάτων ο Μπέκετ φαντάζει σαν ένας μεγάλος προφήτης.

Πολλοί το συγκεκριμένο έργο το ονόμασαν μπεκετικη ιλαροτραγωδια ή τραγική φάρσα,εσύ πως θα τ’ονόμαζες;
-Ένα μελλοντολογικό παράξενο love-story. Βλέπουμε μία αδιανόητη αγάπη δύο ανθρώπων και την προσπάθεια επικοινωνίας τους με ότι αυτό συνεπάγεται. Πολλές φορές οι μεγάλοι συγγραφείς μας χλευάζουν και μας σαρκαζουν, όταν το καταλάβουμε αυτό εμείς που ασχολούμαστε κυρίως με τους σύγχρονους συγγραφείς τότε θα είμαστε σε θέση ν’ανακουφιστουμε κάνοντας παράσταση κάποιο κείμενο τους.


Αντιμετώπισες δυσκολίες ως προς την προσέγγιση και το ανέβασμα του έργου;
-Προσπαθώντας να τον ερμηνεύσω γιατί και εγώ ηθοποιός ειμαι και έχω αμέσως την λειτουργία του ηθοποιού που προσπαθεί να καταλάβει και όχι του θεωρητικού,δεν δυσκολεύτηκα ιδιαίτερα, με την έννοια του τι θέλω εγώ να παρουσιάσω. Για εμένα όπως προείπα είναι μεγάλη ευλογία όταν έχεις να συνεργαστείς με σπουδαίους ηθοποιούς,τότε ο σκηνοθέτης γίνεται ένας απλός παρατηρητής. Το έργο για εμένα- όπως και ο Μπέκετ- είναι βαθιά θρησκευτικό,αυτή η ακινησία των ηρώων έχει να κάνει με μία λειτουργία και έτσι αρχίζουν να συμβολοποιούνται τα πράγματα, αυτό είναι κάτι που σε συγκινεί και είναι πανάρχαιο.


Είναι ένα έργο για το υπαρξιακό κενό και την προσπάθεια του ανθρώπου να δώσει νόημα και ελπίδα στη ζωή του;
-Φυσικά όπως και στον Γκόντο ο Μπέκετ μιλάει για την ματαιοδοξία των πραγμάτων. Αυτό που μ’ενδιαφέρει σκηνικά είναι το πως ο ηθοποιός που βρίσκεται στην σκηνή βρίσκει το κουράγιο μετά από κάθε προσπάθεια είτε με το συνάδελφο είτε με το θεατή να ξανακάνει την προσπάθεια του. Ο Μπέκετ δεν αποζητά το χιούμορ, ο θεατής μπορεί να γελάσει με την τραγική κατάσταση των ανθρώπων άρα και των ηθοποιών.Οι »Ευτυχισμένες Μέρες» έχουν να κάνουν,με την έρημο του Πραγματικού κατά τον Ζάν Μποντριγιάρ.

Του Γιάννη Βανταράκη