Τα ερείπια παλαιών εγκαταστάσεων και το μοναδικό σωζόμενο μνημείο, ο ναός δηλαδή του Αγ. Νικολάου, αποτελούν σήμερα τα μοναδικά «σημάδια» που μαρτυρούν ότι κάποτε στην περιοχή της Μαρούσιας υπήρξε κάποτε μόνιμος οικισμός. Η Μαρούσια, ήταν χτισμένη στις ορεινές πλαγιές του ανατολικού Βερμίου, βορειοδυτικά του σημερινού χωριού Κουμαριά, επτά χιλιόμετρα περίπου πριν από το Σέλι.
Ο ακριβής χρόνος κτίσεως του χωριού είναι άγνωστος μέχρι σήμερα. Το μόνο που μπορεί να ειπωθεί με κάποια βεβαιότητα, είναι ότι το χωριό κτίστηκε πριν από τον 15ο αιώνα ή, τουλάχιστον, κατά τη διάρκεια του 15ου αιώνα. Πιθανότατα χτίστηκε, ή αναπτύχθηκε περισσότερο, κατά τα πρώτα χρόνια της τουρκικής κυριαρχίας στον ελλαδικό χώρο, περίοδος κατά την οποία ο υπόδουλος Ελληνισμός εγκαταλείπει, έως ένα βαθμό, τις πεδινές περιοχές και τα αστικά κέντρα, αναζητώντας κατοικία σε ορεινές, προκειμένου να αποφύγει την άμεση δεσποτική εξουσία του κατακτητή και τη βαριά φορολογία, που επέβαλε η τουρκική διοίκηση. Το χωριό, κατά την περίοδο αυτή, αποτέλεσε ένα από τα σημαντικότερα καταφύγια των καταδιωκόμενων χριστιανών υπηκόων της επαρχίας. Δεν πρέπει ωστόσο να αποκλειστεί το ενδεχόμενο το χωριό να προϋπήρχε και παλαιότερα. Υπέρ της άποψης αυτής συνηγορεί και η ύπαρξη λειψάνων παλαιότερων εγκαταστάσεων στο δάπεδο του ναού του αγίου Νικολάου. Ωστόσο, η ύπαρξή τους δεν μπορεί να αποτελέσει τεκμήριο για την οπωσδήποτε ύπαρξη του χωριού, πριν από την περίοδο της Τουρκοκρατίας.

Οι κάτοικοι της Μαρούσιας, μιλούσαν αποκλειστικά την ελληνική γλώσσα. Σχετικά με την ονομασία του χωριού, έχουν διατυπωθεί κατά το παρελθόν αρκετές διαφορετικές απόψεις. Ωστόσο, δεν μπορούν να εξαχθούν ασφαλή συμπεράσματα, τόσο για την προέλευση όσο και για τη σημασία του ονόματός του. Το γεγονός αυτό οφείλεται κυρίως στην έλλειψη αρχαιολογικών πηγών, οι οποίες θα μπορούσαν να δώσουν λύση στο πρόβλημα. Το όνομα του χωριού, εκτός από τον τύπο Μαρούσια (θηλ. η ή ουδ. τα), συναντάται και σε διάφορες άλλες παραλλαγές όπως «Μαρούσα», «Μαρούσιω», «Μαρούσι» κ.α.
Κύριες ασχολίες των κατοίκων, κυρίως κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας ήταν η κτηνοτροφία, η υλοτομία, η ανθρακοποιία και η γεωργία. Η Μαρούσια, καθώς και τα υπόλοιπα γύρω χωριά, βρίσκονταν σε στενή σχέση (κυρίως εμπορική) και επικοινωνία με τη Νάουσα και σε μικρότερη κλίμακα και με τη Βέροια, χωρίς όμως να έρχονται συχνά σε σχέσεις επιγαμίας. Τα περισσότερα προϊόντα τους τα διέθεταν στην Νάουσα και από εκεί πολλά απ’ αυτά μεταφέρονταν σε άλλες πόλεις της Ελλάδος και του εξωτερικού.
Η ΜΑΡΟΥΣΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ ΤΟΥ 1821
ΜΕΧΡΙ ΤΙΣ ΑΡΧΕΣ ΤΟΥ 20ου ΑΙΩΝΑ
Λόγω της απόμακρης και στρατηγικής θέσης που κατείχε, η Μαρούσια, έγινε από πολύ νωρίς κέντρο των επαναστατημένων Ελλήνων της περιοχής. Πολλοί Έλληνες οπλαρχηγοί χρησιμοποίησαν το χωριό ως ορμητήριο, τόσο κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας όσο και αργότερα, κατά την περίοδο του Μακεδονικού Αγώνα. Οι Μαρουσιώτες συμμετείχαν ενεργά στην επανάσταση του 1821 – 1822, μαζί με οπλίτες και οπλαρχηγούς από όλα τα γύρω χωριά. Ωστόσο, η επανάσταση αυτή δεν είχε αίσιο τέλος για τους Έλληνες.
Το χωριό καταστράφηκε ολοκληρωτικά από τους Τούρκους κατά το έτος 1822, μαζί με όλα σχεδόν τα χωριά της ευρύτερης περιοχής και οι κάτοικοί του είτε θανατώθηκαν με φρικτά βασανιστήρια, είτε οδηγήθηκαν στις φυλακές και στα σκλαβοπάζαρα της Θεσσαλονίκης και της Κωνσταντινούπολης.
Ορισμένοι από τους κατοίκους της Μαρούσιας, κυρίως όσοι είχαν εγκαταλείψει το χωριό και είχαν βρει καταφύγιο στα δύσβατα δάση του Βερμίου εκείνη την περίοδο, μετοίκησαν αργότερα κυρίως στα γειτονικά χωριά Τσόρνοβο (Φυτειά) και Αρκουδοχώρι (Αρκοχώρι), τα οποία, αν και γνώρισαν και αυτά την καταστροφική μανία του κατακτητή, ανοικοδομήθηκαν και επανακατοικήθηκαν.
Σήμερα διακρίνονται μόνο τα ερείπια κάποιων σπιτιών του παλαιού χωριού και ο παλαιός ναός του, ο οποίος λίγο αργότερα ανακαινίστηκε και τοιχογραφήθηκε εκ νέου, αφού είχε υποστεί ποικίλες φθορές, τόσο από τους Τούρκους, όσο και από την εγκατάλειψή του για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα. Η τελευταία εικονογράφησή του, έγινε κατά το έτος 1850, είκοσι οχτώ χρόνια (28) περίπου μετά από την καταστροφή του χωριού.
Μετά από την επανάσταση και την καταστροφή του 1822, πραγματοποιήθηκαν προσπάθειες επανακατοικήσεως της Μαρούσιας, κυρίως από ελληνοβλάχους κτηνοτρόφους, οι οποίοι κατά την εποχή εκείνη μετανάστευαν από τις δυσπρόσιτες περιοχές της Ηπείρου στην περιοχή του Βερμίου. Από το δεύτερο τέταρτο του 19ου αιώνα και εντεύθεν, πριν από το 1850, στη Μαρούσια είχαν εγκατασταθεί αρκετοί κτηνοτρόφοι βλαχικής καταγωγής, οι οποίοι αρχικά διέμεναν σε καλύβες. Το μεγάλο μεταναστευτικό κύμα πληθυσμών από τις περιοχές της Δυτικής Μακεδονίας και της Ηπείρου, συνδέεται άμεσα με τις αυθαιρεσίες και τη σκληρότητα του Αλή – Πασά των Ιωαννίνων προς τους χριστιανούς υπηκόους του.
Η ΠΕΡΙΟΧΗ ΤΗΣ ΜΑΡΟΥΣΙΑΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟ
ΤΟΥ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΥ ΑΓΩΝΑ
Η περιοχή του παλιού χωριού Μαρούσια, συνδέθηκε ιδιαίτερα με την περίοδο του Μακεδονικού Αγώνα, εξαιτίας της στρατηγικής και κομβικής της θέσης. Λόγω της έντονης δραστηριότητας της ρουμανικής προπαγάνδας στα βλαχοχώρια του Βερμίου (Σέλι, Κουμαριά, Ξηρολίβαδο), αποτέλεσε ένα από τα σημαντικότερα περάσματα των ρουμανοδιδασκάλων και των ένοπλων προπαγανδιστών από τη Βέροια (μέσω Φυτειάς και Κωστοχωρίου) και σε μικρότερη κλίμακα από τη Νάουσα (μέσω Αρκοχωρίου) προς τα παραπάνω χωριά. Για τον λόγο αυτό, στην περιοχή σημειώθηκαν αρκετά επεισόδια μεταξύ των ένοπλων ελληνικών σωμάτων και των ρουμανιζόντων. Η δράση των ρουμανιζόντων ήταν τόσο μεγάλη, ώστε τα ένοπλα ελληνικά σώματα που αναγκαζόταν να καταφύγουν στην περιοχή, καταδιωκόμενα από τουρκικά αποσπάσματα, τη διέσχιζαν με μεγάλη επιφύλαξη και φόβο, διότι σε περίπτωση που θα γινόταν αντιληπτά από τους ρουμανίζοντες θα έπρεπε να αντιμετωπίσουν δύο εχθρικά μέτωπα. Η ρουμανική προπαγάνδα, παράλληλα με την βουλγαρική προσπάθεια διεισδύσεως στον Μακεδονικό χώρο, υπήρξε για πολλές δεκαετίες σοβαρότατος και διαρκής κίνδυνος.
Η ΜΑΡΟΥΣΙΑ ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΜΕΧΡΙ ΚΑΙ ΣΗΜΕΡΑ
Κατά το έτος 1914, δύο χρόνια μετά τη απελευθέρωση της Μακεδονίας, στην περιοχή της Μαρούσιας συναντώνται και πάλι πληθυσμοί βλάχων, κατά τους καλοκαιρινούς, κυρίως, μήνες.
Πιθανότητα για τη δημιουργία οικισμού, στη θέση του παλαιού χωριού της Μαρούσιας, υπήρξε και κατά την περίοδο της αποκατάστασης των προσφύγων της Μικρασιατικής καταστροφής. Το 1925, προτάθηκε η εγκατάσταση στη Μαρούσια 45 περίπου προσφυγικών οικογενειών, οι οποίες θα ζούσαν από την κτηνοτροφία, κάτι που τελικά, όμως, δεν πραγματοποιήθηκε.
Στη Μαρούσια διαδραματίστηκαν αρκετά πολεμικά γεγονότα και επιχειρήσεις, κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου πολέμου (σύμφωνα με ανεξακρίβωτες προφορικές μαρτυρίες ο ελληνικός στρατός είχε εγκαταστήσει στη Μαρούσια αποθήκες οπλισμού και ανεφοδιασμού) και του εμφυλίου πολέμου.
Στα νεότερα χρόνια, σημαντικές προσπάθειες για την συντήρηση και διαμόρφωση του χώρου και της περιοχής κατέβαλε η Εκκλησιαστική Επιτροπή της Φυτειάς.
Στα τέλη της δεκαετίας του 1970 και στις αρχές του 1980, επιχειρήθηκε επίσης προσπάθεια κατοικήσεως του χωριού, από οικογένειες Βεροιωτών, οι οποίες ισχυριζόταν ότι κατάγονται από το παλιό χωριό. Δημιουργήθηκε μάλιστα στη Βέροια και «Σύλλογος Καταγομένων από το χωριό Μαρούσια Βερμίου», με την επωνυμία «Η Μαρούσια», για την προώθηση του θέματος.
Ο Σύλλογος των «Μαρουσιωτών», πραγματοποίησε αρκετές εκδηλώσεις στον χώρο του παλαιού χωριού. Άξια λόγου είναι η σύσκεψη που πραγματοποιήθηκε στις 29 Αυγούστου του 1984, στο γραφείο του Δημάρχου Βεροίας, στην οποία έλαβαν μέρος υπηρεσιακοί παράγοντες της Νομαρχίας Ημαθίας, της Διεύθυνσης Γεωργίας, της Δασικής Υπηρεσίας και εκπρόσωποι του Συλλόγου «Μαρουσιωτών». Στη σύσκεψη συζητήθηκε το αίτημα των «Μαρουσιωτών» για παραχώρηση στον Δήμο Βεροίας των 680 στρεμμάτων του παλαιού χωριού, τα οποία ήταν ιδιοκτησία του Ελληνικού Δημοσίου. Στην παραπάνω έκταση προτάθηκε να δημιουργηθούν χώροι αναψυχής, άθλησης, κάμπινγκ κ.λ.π. Ανακοινώθηκε επίσης, ότι τη μελέτη για τη διαμόρφωση του χώρου θα πραγματοποιούσε το Α.Π.Θ. Το θέμα συζητήθηκε και σε επόμενες συσκέψεις των αρμοδίων παραγόντων, χωρίς ωστόσο να υλοποιηθεί καμία από τις προτάσεις του Συλλόγου, με αποτέλεσμα η Μαρούσια να παραμένει ακατοίκητη μέχρι σήμερα.
Για τους κατοίκους των γύρω χωριών, η Μαρούσια αποτέλεσε για πολλά χρόνια τόπο αναψυχής και ανάπαυσης. Σε παλαιότερες εποχές, κατά τη διάρκεια των καλοκαιρινών μηνών, πολλές οικογένειες από τα γύρω χωριά παραθέριζαν σε πρόχειρα καταλύματα γύρω από τον ναό του αγίου Νικολάου, συνήθεια που πλέον έχει εκλείψει (κυρίως μετά τις αρχές της δεκαετίας του 1990). Ωστόσο, πολλοί από τους κατοίκους των παραπάνω χωριών, ακόμη και σήμερα επισκέπτονται συχνά την περιοχή.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα της αγάπης των κατοίκων των γύρω χωριών, κυρίως μάλιστα της Φυτειάς, αποτελεί και το γεγονός ότι κάθε χρόνο ο Σύλλογος του χωριού τελεί ιδιωτική θεία λειτουργία (άνοιγμα), στο ναό του Αγίου Νικολάου Μαρούσιας. Επίσης, ο Σύλλογος φροντίζει για την συντήρηση και τον καλλωπισμό των χώρων της Μαρούσιας (ναού, ξενώνα, χώρων αναψυχής).
·        Ενδεικτικό, επίσης, της σχέσης των κατοίκων των γύρω χωριών με τη Μαρούσια (κυρίως του Αρκοχωρίου και της Φυτειάς), αποτελεί και η ετήσια τέλεση του «βαπτίσματος» των εικόνων του ναού κατά την ημέρα των Θεοφανείων, σε πηγή που βρίσκεται κοντά στον ναό.
Ο ΜΕΤΑΒΥΖΑΝΤΙΝΟΣ ΝΑΟΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΜΑΡΟΥΣΙΑΣ
                                   
Ο μεταβυζαντινός ναός του Αγίου Νικολάου Μαρούσιας, αποτελεί, όπως προαναφέρθηκε, το μοναδικό σωζόμενο μνημείο του παλαιού χωριού, μετά από την καταστροφή του 1822. Χτίστηκε στις αρχές του 18ου αιώνα, ίσως πάνω σε ερείπια παλαιότερου ναού.
Πρόκειται για μονόχωρη ξυλόστεγη βασιλική, με μία εξέχουσα αψίδα ορθογώνιου σχήματος ανατολικά, στην οποία ανοίγεται μία τυφλή κόγχη που χρησιμεύει ως Αγία Τράπεζα. Στο πάχος του ανατολικού τοίχου ανοίγεται άλλη μία τυφλή κόγχη, στη θέση της προθέσεως. Ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του ναού αποτελεί ο νάρθηκας – πρόναος (που χρησίμευε ως γυναικωνίτης), ο οποίος είναι σχεδόν ίσων διαστάσεων με τον  κυρίως ναό και επικοινωνεί μ’ αυτόν μέσω μιας μικρής εισόδου. Επίσης ο ναός διαθέτει και  εξωνάρθηκα, ο οποίος εκτίνεται στο μεγαλύτερο μέρος του νότιου τοίχου. Κατά την περίοδο αυτή (τέλη 17ου – αρχές 18ου αιώνα) κυριαρχούν στη Μακεδονία οι αρχιτεκτονικοί τύποι της τρίκλιτης βασιλικής και του μονόχωρου ναού με ευρύχωρο νάρθηκα.
Ο ναός διαθέτει δύο εισόδους, οι οποίες βρίσκονται στον νότιο τοίχο του. Η μία από αυτές οδηγεί στον κυρίως ναό και η άλλη στον νάρθηκα. Το ύψος των εισόδων δεν ξεπερνάει το 1,5 μέτρο, συνήθεια που επικράτησε κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας, προκειμένου να εμποδίσει τους Τούρκους να εισέρχονται έφιπποι στους ναούς και να τους βεβηλώνουν. Ο φωτισμός του είναι εξαιρετικά φτωχός, αφού δεν διαθέτει παράθυρα (εκτός από ένα στον νότιο τοίχο) και φεγγίτες, αλλά φωτίζεται μόνο από το φως των κεριών και των καντηλιών. Πρόκειται για ένα από τα τυπικά παραδείγματα ναών των χρόνων της τουρκοκρατίας, οι οποίοι δεν είχαν παράθυρα για να μην προκαλούν τους τυράννους όταν συγκεντρώνονταν οι πιστοί για την λατρεία τους, εκφράζοντας συνάμα τη ζοφερότητα και το πνευματικό σκοτάδι, που κάλυπτε τότε ολόκληρο τον χώρο του άλλοτε ένδοξου Βυζαντίου. Το ελάχιστο, όμως, φως που κατά τους χρόνους εκείνους εισχωρούσε στους ναούς, δημιουργούσε ατμόσφαιρα κατανυκτική και υποβλητική, προσέδιδε στους ναούς τόνο μυστηριακό και υπέβαλε τους πιστούς σε ενδοστρέφεια και αυτοσυγκέντρωση.
Το δάπεδο του ναού καλύπτεται από κεραμικά των αρχών του 18ου αιώνα, ορισμένα από τα οποία φέρουν εγχάρακτη διακόσμηση. Παρόμοια κεραμικά σώζονται και στο δάπεδο του ιερού του μεταβυζαντινού ναού του αγίου Αθανασίου Φυτειάς, τα οποία πιθανότατα κατασκευάστηκαν από το ίδιο εργαστήριο.
Λόγω του γεγονότος πως ο ναός είναι κτισμένος σε πλαγιά βουνού, ο δυτικός και ο μισός νότιος τοίχος του, είναι ψηλότεροι εξωτερικά σε σχέση με τον υπόλοιπο ναό. Στον εξωνάρθηκα, υπάρχει κλίμακα (σκάλα) που εκτείνεται από το ύψος της εισόδου του νάρθηκα (νοτιοδυτικά) έως τον δυτικό τοίχο του ναού. Εξωτερικά του δυτικού τοίχου σώζεται ένα μικρό εικονοστάσιο, το οποίο εφάπτεται στον ναό. Ανατολικά του ναού συναντούμε το νέο καμπαναριό της εκκλησίας καθώς και ένα σύγχρονο διώροφο κτήριο (της δεκαετίας του 1960), που αποτελεί κοινόχρηστο κατάλυμα (ξενώνα) και ανήκει μαζί με το ναό και την ευρύτερη περιοχή στην ενορία της Φυτειάς.
Πιθανότατα, δίπλα στο ναό (βόρεια) βρισκόταν και το κοιμητήριο του χωριού. Η εύρεση στο σημείο αυτό των τριών επιτύμβιων σταυρών, που σώζονται σήμερα εντοιχισμένοι στον ανατολικό τοίχο εξωτερικά του ναού, ίσως να οφείλεται στην παραπάνω άποψη. Ο ναός του αγίου Νικολάου, ως ο μοναδικός πιθανότατα ναός του χωριού, χρησιμοποιήθηκε ταυτόχρονα ως ενοριακός και κοιμητηριακός ναός, όπως άλλωστε συμβαίνει και σε πολλές άλλες περιοχές.
Από τα κειμήλια του ναού (ιερά σκεύη, φορητές εικόνες, λειτουργικά βιβλία κ.λ.π.), σήμερα δεν έχει διασωθεί τίποτα.
Οι παλαιές ιερές εικόνες του τέμπλου του ναού κλάπηκαν τον Ιούλιο του 1992, ενώ γενικότερα ο ιερός αυτός χώρος έχει υποστεί πολλές φορές φθορές και καταστροφές από ιερόσυλους (χρυσοθήρες – αρχαιοκάπηλους), λόγω της ελλιπούς φυλάξεώς του, της μακρινής και απόμερης τοποθεσίας στην οποία βρίσκεται, της αρχαιότητάς του και των θρύλων που υπάρχουν γύρω από αυτόν. Ορισμένοι πίστεψαν ότι υπάρχει στον ναό κρυμμένος θησαυρός. Έτσι, πολλές φορές, ιερόσυλοι έχουν σκάψει μέσα στο ναό και έχουν κατεδαφίσει διάφορα τμήματά του, προκαλώντας σοβαρές φθορές και καταστροφές. Την ίδια περίοδο (αρχές δεκαετίας του 1990) σημειώθηκαν ανάλογα περιστατικά χρυσοθηρίας και αρχαιοκαπηλίας σε αρκετές περιοχές του Νομού Ημαθίας. Η τοποθέτηση των νέων εικόνων στον ιερό ναό του αγίου Νικολάου έγινε την 1η Μαΐου του 1993, στο πλαίσιο ειδικής τελετής, από τον τότε εφημέριο της Φυτειάς π. Αθανάσιο Αν. Μαρμαρά.
Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι μεγάλο μέρος των τοιχογραφιών του κυρίως ναού έχει ασβεστωθεί στο πρόσφατο παρελθόν, προφανώς λόγω άγνοιας, από χωρικούς των γύρω χωριών. Η συνήθεια αυτή, που δυστυχώς δεν έχει μέχρι σήμερα σταματήσει, οδήγησε στην καταστροφή πολλών αξιόλογων βυζαντινών και μεταβυζαντινών μνημείων.
Ο ιερός ναός του αγίου Νικολάου, σήμερα πανηγυρίζει στις 20 Μαΐου, ημέρα μνήμης της ανακομιδής των λειψάνων του αγίου, κυρίως λόγω του γεγονότος ότι στις 6 Δεκεμβρίου πανηγυρίζει ο κεντρικός ενοριακός ναός της Φυτειάς, που και αυτός τιμάται στη μνήμη του αγίου Νικολάου. Ο εορτασμός του ναού κατά την ημέρα αυτή, συνεχίστηκε, σχεδόν αδιάλειπτα, από τους κατοίκους της Φυτειάς και από όσους Μαρουσιώτες απέμειναν και μετά από την καταστροφή του χωριού.
 

Την ιστορία του χωριού Μαρούσια κατέγραψε, ύστερα από επίπονη και μακρόχρονη έρευνα, ο κ. Αθανάσιος Γ. Βουδούρης, στο βιβλίο του με τίτλο «Ιστορία του χωριού Μαρούσια και του μεταβυζαντινού Ναού του Αγίου Νικολάου», το οποίο εξέδωσε ο Εκπολιτιστικός Μορφωτικός Σύλλογος Φυτειάς, με χορηγία της ΤΕΔΚ Ν. Ημαθίας. Του οφείλονται ιδιαίτερες ευχαριστίες για την παραχώρηση των στοιχείων που αφορούν την ιστορία της ξεχωριστής περιοχής του τόπου μας και την πολύτιμη βοήθειά του στην κατάρτιση του παρόντος αφιερώματος στη Μαρούσια.
(Το παραπάνω αφιέρωμα δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Λάμδα» – Τεύχος 33ο, Μάιος 2009)
 
Inveria.gr – Βέροια, Νάουσα, Αλεξάνδρεια, Ημαθία: Νέα, ειδήσεις, σχόλια, σατιρισμός, ανάδειξη θεμάτων που απασχολούν την κοινωνία της Βέροιας και της Ημαθίας γενικότερα