Την αναβάθμιση της μακροπρόθεσμης αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας της Ελλάδας σε «B-«, από «CCC+» προηγουμένως αποφάσισε η Standard & Poor’s Ratings Services. Το outlook της αξιολόγησης είναι σταθερό. Την ίδια στιγμή, ο διεθνής οίκος αξιολόγησης αναβάθμισε το βραχυπρόθεσμο IDR της χώρας, σε ξένο και τοπικό νόμισμα, σε «Β», από «C» προηγουμένως.

Η αναβάθμιση αντικατοπτρίζει την άποψη της S&P ότι η ελληνική κυβέρνηση συμμορφώνεται σε μεγάλο βαθμό με τους όρους του προγράμματος στήριξης των 86 δισ. ευρώ που συμφώνησε με τα κράτη-μέλη της Ευρωζώνης μέσω του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (ESM).

Συμφωνία στο ασφαλιστικό

Ειδικότερα, ο οίκος αναμένει ότι μέχρι τα τέλη Μαρτίου θα επιτευχθεί συμβιβασμός για το ασφαλιστικό που θα δημιουργεί αντίβαρο στην προτίμηση της κυβέρνησης για αύξηση των ασφαλιστικών εισφορών και θα ενοποιεί τα ασφαλιστικά ταμεία σε έναν ενιαίο φορέα, με τους πιστωτές και το ΔΝΤ να εστιάζουν στις περικοπές δαπανών για τη συρρίκνωση των μεγάλων, μη βιώσιμων χρηματοδοτικών αναγκών του ασφαλιστικού συστήματος, που αυτή τη στιγμή υπολογίζονται στο 9% του ΑΕΠ.

Σύμφωνα με την S&P, η επικείμενη συμφωνία για τη μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού, θα οδηγήσει σε μια επιτυχή ολοκλήρωση της πρώτης αξιολόγησης του προγράμματος, ανοίγοντας το δρόμο για την περαιτέρω ελάφρυνση του χρέους της γενικής κυβέρνησης του επίσημου τομέα (αντιστοιχεί στο 88% των συνολικών μεσοπρόθεσμων και μακροπρόθεσμων υποχρεώσεων της γενικής κυβέρνησης, συμπεριλαμβανομένων των ελληνικών διαπραγματεύσιμων ομολόγων που διακρατά το Eυρωσύστημα).

Ανθεκτική οικονομία

Αντιμέτωπη με δύο εκλογικές αναμετρήσεις, ένα δημοψήφισμα, την επιβολή capital controls και περαιτέρω φορολογικές αυξήσεις, η ελληνική οικονομία συρρικνώθηκε ελαφρώς μόνο, πέρυσι (-0,3% είναι η πρόβλεψη της S&P για το ΑΕΠ του 2015) με τις επενδύσεις να υποχωρούν κατά το πολύ μεγαλύτερο 12%. Ειδικότερα, η κατανάλωση επέδειξε εντυπωσιακή ανθεκτικότητα κατά το 2015, με τις πωλήσεις αυτοκινήτων αυξημένες κατά 13,5% σε ετήσια βάση. Αυτό οφείλεται εν μέρει στο γεγονός ότι ενόψει της επιβολής των capital controls, τα νοικοκυριά προέβησαν σε αντισταθμιστικές κινήσεις κάνοντας εκ των προτέρων αγορές διαρκών καταναλωτικών αγαθών. Τα στοιχεία του υπουργείου Εργασίας δείχνουν επίσης ότι υπήρξε καθαρή αύξηση των θέσεων εργασίας στον ιδιωτικό τομέα για το σύνολο του 2015, ενισχύοντας τις προσδοκίες ότι η ανεργία στην Ελλάδα έφτασε επιτέλους στο ανώτατο σημείο της, παρότι παραμένει στο υψηλότερο επίπεδο στην Ε.Ε. (24,5% τον Οκτώβριο του 2015).

Τρεις παράγοντες θα επηρεάσουν το ΑΕΠ φέτος

Όπως σημειώνει ο οίκος αξιολόγησης, η πρόγνωσή του για την ελληνική οικονομία είναι αμετάβλητη ανάπτυξη για ακόμη μία χρονιά, ακολουθούμενη από μία πιο εύρωστη ανάκαμψη. Η S&P βλέπει τρεις βασικούς ανασταλτικούς παράγοντες για το ΑΕΠ φέτος. Πρώτον, παρά την επιτυχή άσκηση ανακεφαλαιοποίησης το προηγούμενο φθινόπωρο, η Standard & Poor’s αναμένει ότι τα ελληνικά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα καθ’ όλο το 2016, θα παραμείνουν επικεντρωμένα στην εξυγίανση των ισολογισμών τους και όχι στον δανεισμό προς τον ιδιωτικό τομέα. Τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια (nonperforming loans – NPLs) στις ελληνικές τράπεζες αντιπροσωπεύουν κατ’ εκτίμηση το 46% των συνολικών δανείων, υποδηλώνοντας υψηλά επίπεδα οικονομικής πίεσης μεταξύ των ελληνικών επιχειρήσεων και νοικοκυριών.

Δεύτερον, σύμφωνα με το ισχύον (τρίτο) επίσημο δανειακό πρόγραμμα της Ελλάδας, η χώρα έχει δεσμευθεί να αυξήσει τη δημόσια αποταμίευση φέτος, κάτι το οποίο θα αφαιρεθεί απευθείας από το ΑΕΠ. Η περαιτέρω δημοσιονομική σύσφιξη θα είναι δύσκολο να εφαρμοστεί, κυρίως λόγω της επισφαλούς κατάστασης της υγειονομικής περίθαλψης και του εκπαιδευτικού συστήματος μετά από επτά διαδοχικά χρόνια περικοπής δαπανών.

Τρίτον, η μεταφορά (carry-over) από την περυσινή πορεία του ΑΕΠ δημιουργεί μία σημαντική αρνητική στατιστική επίπτωση για φέτος. Η Standard & Poor’s αναμένει επίσης ότι μέρος της περυσινής ασυνήθιστης καταναλωτικής συμπεριφοράς θα αντιστραφεί κατά τη διάρκεια του 2016. Την ίδια στιγμή, ορισμένα θετικά αποτελέσματα θα μπορούσαν να συμβάλλουν σε μία ισχυρότερη από την αναμενόμενη ανάκαμψη φέτος. Η περαιτέρω πτώση στις τιμές πετρελαίου κατά το 2016 θα στηρίξει την κατανάλωση. Οι χρηματοδοτικές ρυθμίσεις στο πλαίσιο του προγράμματος, περιλαμβάνουν σχέδια για αποπληρωμή ενός εκτιμώμενου 3% του ΑΕΠ σε καθυστερούμενες οφειλές προς τον ιδιωτικό τομέα, ποσό το οποίο οι εταιρείες πιθανότατα θα χρησιμοποιήσουν για να καλύψουν τις δικές τους καθυστερήσεις στην καταβολή μισθών στους εργαζόμενούς τους, οι οποίοι μπορεί να τα ξοδέψουν. Επιπρόσθετα, ο τουριστικός τομέας της Ελλάδας, ο οποίος είδε ρεκόρ αφίξεων το 2015, βρίσκεται σε καλή θέση για να επωφεληθεί κατά το 2016 από το αδύναμο ευρώ και την αύξηση των κινδύνων ασφαλείας σε βασικούς ανταγωνιστές του.

Ξεχωριστά, η S&P επισημαίνει ότι από τον Αύγουστο του περασμένου έτους, σημειώθηκε πρόοδος στα βασικότερα σημεία του προγράμματος. Η ελληνική κυβέρνηση έχει εν μέρει χαλαρώσει τους ελέγχους στην κίνηση των κεφαλαίων μέσω της απελευθέρωσης των συναλλαγών στην αγορά spot συναλλάγματος και στα παράγωγα και μέσω της αύξηση του ορίου μεταφορών κεφαλαίων στο εξωτερικό. Στο σημείο αυτό ο οίκος επισημαίνει και το θετικό αντίκτυπο που είχε η εισαγωγή των capital controls στη χρήση πλαστικού χρήματος που επέφερε μείωση στο μέγεθος της παραοικονομίας. Επίσης, στη διάρκεια του 2015 η κυβέρνηση ψήφισε έναν σημαντικό νόμο που διευκολύνει την πώληση των NPL. Παράλληλα, απλοποίησε το φορολογικό καθεστώς.

«Ανεξαρτήτως κυβέρνησης η Ελλάδα θα συμμορφωθεί με τους όρους του προγράμματος»

Όπως σημειώνει ο οίκος αξιολόγησης, με δεδομένη την τρέχουσα φορτωμένη μεταρρυθμιστική ατζέντα της ελληνικής κυβέρνησης και την ισχνή της κοινοβουλευτική πλειοψηφία κατά τρεις βουλευτικές έδρες, η προοπτική της εφαρμογής μακροπρόθεσμων μεταρρυθμίσεων όπως στο δικαστικό σύστημα και στη δημόσια διοίκηση, φαίνεται χαμηλή. Παρ’ όλα αυτά, η αρχική προσδοκία της S&P παραμένει ότι, ανεξάρτητα από ποια κυβέρνηση θα είναι στην εξουσία, η Ελλάδα θα συμμορφωθεί σε μεγάλο βαθμό με τους όρους του προγράμματος στήριξης του Eurogroup. Η Standard & Poor’s δικαιολογεί αυτή της την άποψη σημειώνοντας ότι δεν θεωρεί πως μία εναλλακτική θα ήταν βιώσιμη για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα της Ελλάδας – το τραπεζικό σύστημα εξακολουθεί να εξαρτάται από τη στήριξη του ευρωσυστήματος ύψους 107,5 δισ. ευρώ ή 61% του ΑΕΠ (εκ των οποίων τα 68,9 δισ. ευρώ προήλθαν από τον έκτακτο μηχανισμό ρευστότητας ELA), σύμφωνα με τα στοιχεία στο τέλος του Δεκεμβρίου του 2015.

Αναφορικά με την αναδιάρθρωση του ελληνικού επίσημου χρέους, η S&P εκτιμά οτι θα έρθει με τη μορφή αναβολής επιτοκίων και παράτασης των προθεσμιών λήξης. Παράλληλα, με βάση τις χαμηλές ετήσιες λήξεις και τα πολύ χαμηλά επιτόκια, η S&P χαρακτηρίζει τα επίπεδα του ελληνικού χρέους διαχειρίσιμα. Την ίδια στιγμή, ελλείψει ουσιαστικής εμπροσθοβαρούς μείωσης του καθαρού χρέους γενικής κυβέρνησης της Ελλάδας ως ποσοστό του ΑΕΠ, ο οίκος αξιολόγησης θεωρεί ότι το ενδεχόμενο η χώρα να ξαναβγεί στις αγορές προς το τέλος του τρίτου προγράμματος, σε παρόμοιες λήξεις και χαμηλά επιτόκια, παραμένει χαμηλό.

Σε περίπτωση που η πρώτη αξιολόγηση ολοκληρωθεί με επιτυχία, η S&P αναμένει ότι ο μικρός αριθμός ελληνικών κρατικών ομολόγων που βρίσκονται ακόμη στην αγορά είναι πιθανόν να καταστούν επιλέξιμα για αγορές QE από την Τράπεζα της Ελλάδας. Επιπροσθέτως, μία πιθανή απόφαση από την ΕΚΤ να επαναφέρει το waiver για την επιλεξιμότητα του ελληνικού κράτους και των κρατικών εγγυήσεων επί των τραπεζικών collateral για τη χρηματοδότηση από την ΕΚΤ θα ωφελήσει την κερδοφορία του ιδιαίτερα πιεσμένου τραπεζικού συστήματος.

Ισχυρότερη ανάπτυξη και NPLs τα κλειδιά για νέα αναβάθμιση

Το σταθερό outlook, υποδηλώνει ότι οι κίνδυνοι για την αξιολόγηση «Β-» κατά το προσεχές 12μηνο είναι εξισορροπημένοι.

Η Standard & Poor’s θα εξέταζε μία αναβάθμιση της Ελλάδας, εάν δει ισχυρότερη ανάπτυξη και μετρήσιμη πρόοδο στην μείωση των ακόμη υψηλών επιπέδων NPLs στο τραπεζικό σύστημα της χώρας παράλληλα με την άρση των capital controls, που θα αποτελούσε ισχυρή ένδειξη της ανάκτησης της εμπιστοσύνης στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα και ως εκ τούτου στην ανάπτυξη. Ο οίκος αξιολόγησης θα εξέταζε επίσης την αναβάθμιση έπειτα από μία απροσδόκητη διαγραφή του επιπέδου του καθαρού χρέους γενικής κυβέρνησης της Ελλάδας.

Αντιθέτως, ο οίκος αξιολόγησης θα προβεί σε υποβάθμιση της χώρας, σε περίπτωση που η ελληνική κυβέρνηση δεν μπορέσει να εφαρμόσει τις μεταρρυθμίσεις που έχει συμφωνήσει στο πλαίσιο του μνημονίου κατανόησης (Memorandum of  Understanding) με τον ESM. Παρατεταμένα προβλήματα στην υλοποίηση του προγράμματος του ESM, θα μπορούσαν τελικά να οδηγήσουν σε μία γενική αθέτηση του δημοσίου χρέους.