Η αύξηση των ανέργων σε 1,07 εκατομμύρια ανθρώπους, η υπέρμετρη διόγκωση των συνταξιούχων (2,48 εκατομμύρια), η διατήρηση του προσωπικού στον ευρύτερο και στενό δημόσιο τομέα σε 772 χιλιάδες πολίτες και ο αυξανόμενος αριθμός των ατόμων (879 χιλιάδες) που δεν αναζητούν εργασία (λόγω ηλικίας ή σπουδών) και κατατάσσονται στον οικονομικά μη ενεργό πληθυσμό, αναδεικνύουν από μια άλλη σκοπιά την εξαιρετικά κρίσιμη θέση στην οποία βρίσκεται ο ιδιωτικός τομέας της οικονομίας.

Την ώρα που η απόσταση ανάμεσα στον δημόσιο πολιτικό λόγο και τα προβλήματα της πραγματικής οικονομίας μεγαλώνει, ο μισθωτός του ιδιωτικού τομέα αναγκάζεται να συντηρεί πάνω από 3 πολίτες που κατατάσσονται στις κατηγορίες των συνταξιούχων, των ανέργων, των δημοσίων υπαλλήλων ή σπουδαστών. Τα θεωρητικά σχήματα της δημόσιας συζήτησης, είτε εστιάζονται στο ευρώ είτε επικεντρώνονται σε μια ενδεχόμενη νέα φορολόγηση του «μεγάλου κεφαλαίου», αδυνατούν να αντιμετωπίσουν τα πραγματικά προβλήματα επιβίωσης που προκύπτουν από την άπνοια των επενδύσεων, τη χαμηλή παραγωγικότητα και τη συνεχιζόμενη μείωση της απασχόλησης στον ιδιωτικό τομέα.

Εάν η σχέση του 1:3,2 (εν ενεργεία μισθωτών του ιδιωτικού τομέα προς τον υπόλοιπο πληθυσμό που βρίσκεται εκτός παραγωγικής δραστηριότητας) επιδεινωθεί, είτε με την περαιτέρω αύξηση της ανεργίας είτε με τη μείωση των αποδοχών και την αύξηση των συνταξιούχων (άλλωστε αναμένεται κύμα συνταξιοδοτήσεων περίπου 120.000 baby – boomers) μέσα στην επόμενη πενταετία, είτε με το κλείσιμο περισσότερων επιχειρήσεων, οι συνέπειες θα είναι καταστροφικές, ακόμη κι αν η χώρα παραμείνει εντός του ευρώ.

Ουδεμία επαναφορά στο πρότερο καθεστώς των συλλογικών συμβάσεων εργασίας -όσο κι αν ακούγεται παρηγορητικό για την αποκατάσταση της βίαιης αποδόμησης που υπέστησαν οι εργασιακές σχέσεις μέσα στη διετία- δεν μπορεί να επισπεύσει την καταβολή των αμοιβών σε 200.000 μισθωτούς, οι οποίοι από το φθινόπωρο πληρώνονται μόνο με έναντι από τα λογιστήρια των επιχειρήσεων, αλλά ούτε αρκεί για να θεραπεύσει το πρόβλημα με τις οφειλές ύψους 6,5 δισ. ευρώ σε προμηθευτές του Δημοσίου και με τις μεταχρονολογημένες επιταγές που αυξήθηκαν από τους 8 στους 18 μήνες.

Σύμφωνα με ορκωτούς λογιστές που γνωρίζουν τα πραγματικά προβλήματα των επιχειρήσεων καλύτερα κι από τους μετόχους τους, μόνο η μία στις δύο επιχειρήσεις, από αυτές που λειτουργούσαν το 2009, θα κατορθώσει να επιβιώσει μέχρι το 2013 κι αφού προηγουμένως θα έχει χρησιμοποιήσει όλα τα εργαλεία παράτασης της λειτουργίας της (διακανονισμούς οφειλών, μειώσεις μισθών και προσωπικού, προστασία του νόμου από τους πιστωτές). Ηδη το πρώτο τετράμηνο του έτους, 10% λιγότερες επιχειρήσεις προχώρησαν σε προσλήψεις παρά τη μείωση του κατώτατου μισθού στα 460 ευρώ (καθαρά). Οι αναλυτές του ΙΝΕ προβλέπουν ότι αν δεν αναχαιτιστεί η αποδόμηση της παραγωγής και δεν αντιμετωπιστεί η διαδικασία της αποεπένδυσης που χαρακτηρίζει σχεδόν όλους τους τομείς της οικονομίας, μέχρι το 2015 τουλάχιστον 150.000 άνεργοι θα προστίθενται κάθε χρόνο και το ποσοστό ανεργίας θα φτάσει στο 23%.

Και το χειρότερο δεν είναι οι αριθμοί. Την ώρα που η χώρα έχει ήδη υπερβεί το υψηλότερο ποσοστό ανεργίας της μεταπολιτευτικής περιόδου (12% το 1999) και βαδίζει στα υψηλότερα μεταπολεμικά επίπεδα, τη διέξοδο της μετανάστευσης επιλέγουν οι πλέον προικισμένοι και με γνωστικά εφόδια επαγγελματίες. Γιατροί, μηχανικοί, νοσηλευτές, νομικοί, άνθρωποι που έχουν ήδη εργασία, αναζητώντας μια άλλη προοπτική, εγκαταλείπουν όλο και συχνότερα τη χώρα. Μπορεί η Ελλάδα να μη φύγει από το ευρώ αλλά κινδυνεύει να χάσει τον πραγματικό της πλούτο που είναι το εξειδικευμένο προσωπικό της.

Πηγή: skai.gr

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
Κάθε Μέρα ειδήσεις από τη Βέροια, Ελλάδα, Κόσμο